Η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται συχνά ως ο υπέρτατος θεματοφύλακας της διαφάνειας και της χρηστής διοίκησης. Στη θεωρία, το δικαίωμά της να ελέγχει πού διοχετεύονται τα χρήματα των Ευρωπαίων φορολογουμένων είναι αδιαμφισβήτητο. Είναι καθήκον της να διασφαλίζει ότι οι πόροι που δίνονται ως ενίσχυση στα κράτη-μέλη δεν θυσιάζονται στον βωμό της μικροπολιτικής, των πελατειακών σχέσεων και των παρανομιών πολιτικών προσώπων. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη στενή νομιμοποίηση του ελέγχου, κρύβεται μια πραγματικότητα που θυμίζει περισσότερο ανέκδοτο παρά θεσμική εγγύηση.
Η «Τιμιότητα» υπό Αμφισβήτηση
Όταν η ΕΕ επιχειρεί να παίξει τον ρόλο του τιμητή, έρχεται αντιμέτωπη με τα δικά της «βαθιά» σκοτάδια. Η εικόνα της «άσπιλης» Ένωσης καταρρέει όταν εξετάσει κανείς τον τρόπο με τον οποίο ορισμένοι αξιωματούχοι της εμπλέκονται σε οικονομικές δοσοληψίες και τον σκοτεινό τρόπο διαχείρισης των κονδυλίων από τους ίδιους τους θεσμούς της. Το πρόβλημα δεν είναι πλέον οι μεμονωμένες παραβάσεις, αλλά η εξέλιξη της ΕΕ σε ένα σύστημα που παραμένει στο «απυρόβλητο».
Η Βιομηχανία της «Ενημέρωσης» και η Σκόπιμη Άγνοια
Ένα από τα πιο τρανταχτά παραδείγματα αυτής της παθογένειας είναι οι λεγόμενες «δορυφόρες πρωτοβουλίες» για την επικοινωνία της ευρωπαϊκής ιδέας. Δισεκατομμύρια ευρώ σπαταλώνται διαχρονικά σε καμπάνιες που θεωρούνται «επιτυχείς» από το σύστημα των Βρυξελλών, ενώ στην πραγματικότητα ωφελούν μόνο μια κλειστή ομάδα εταιρειών και ατόμων.
Το αποτέλεσμα; Παρά τον πακτωλό χρημάτων, ο μέσος Ευρωπαίος πολίτης παραμένει σε πλήρη άγνοια για τον τρόπο διαμόρφωσης των πολιτικών που επηρεάζουν τη ζωή του. Αυτό δεν είναι τυχαίο σφάλμα, αλλά ένας στρατηγικός στόχος: η διατήρηση μισού δισεκατομμυρίου πολιτών σε απόσταση ασφαλείας από τα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Ο Κύκλος των Υπερτιμολογήσεων
Η διαδρομή του χρήματος αποκαλύπτει μια ακόμα πιο ζοφερή εικόνα. Οι επιχορηγήσεις που προέρχονται από τον μόχθο των κρατών-μελών καταλήγουν συχνά σε μεγάλους εργολάβους. Μέσω της πάγιας πρακτικής των υπερτιμολογήσεων στα κράτη-μέλη, το χρήμα αυτό δεν επιστρέφει ποτέ στην κοινωνία, αλλά ανακυκλώνεται μέσα σε ένα κλειστό σύστημα κερδοφορίας, όπου μόνο το «χρήμα των Βρυξελλών» θεωρείται ασφαλές.
Συμπέρασμα
Η Ευρωπαϊκή Ένωση οφείλει να είναι ο ελεγκτής, αλλά ποιος ελέγχει τον ελεγκτή; Όσο οι θεσμοί της παραμένουν στο απυρόβλητο και όσο οι «ενημερωτικές» της δράσεις χρησιμεύουν ως προπέτασμα καπνού για την οικονομική αιμορραγία των πολιτών, ο τίτλος της «άσπιλης» θα παραμένει ένα κενό περιεχομένου σύνθημα. Η πραγματική κάθαρση δεν μπορεί να ξεκινά μόνο από τις εθνικές πρωτεύουσες, αλλά πρέπει να φτάσει μέχρι την καρδιά των Βρυξελλών.



