Η τοποθέτηση του Βασίλη Τομπουλίδη στο Δημοτικό Συμβούλιο για το ζήτημα της ΔΕΘ.
Το χθεσινό Δημοτικό Συμβούλιο απασχόλησε η κατάθεση στον Πρόεδρο του Δημοτικού Συμβουλίου 23.214 υπογραφών για τη διενέργεια δημοψηφίσματος για το μέλλον της ΔΕΘ από αντιπροσωπεία της Οργανωτικής Επιτροπής του «Δημοψηφίσματος για τη ΔΕΘ», που στηρίζεται από δημοτικές παρατάξεις τμήματος της σοσιαλδημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ.
Στην τοποθέτησή του στο Δημοτικό Συμβούλιο ο Βασίλης Τομπουλίδης, επικεφαλής της «Λαϊκής Συσπείρωσης», τοποθετήθηκε ξεκάθαρα για το ζήτημα, συνδέοντας τις εξελίξεις με τον χώρο του Γ Σώματος Στρατού, όπου εδρεύει το ΝΑΤΟικό Στρατηγείο:
«Ξαναλέμε και καταγγέλουμε ανοιχτά αυτήν την πολιτική που και εδώ μέσα σχεδόν όλοι στηρίζετε άμεσα ή έστω έμμεσα επικαλούμενοι το «δικαίωμα της σιωπής» έχετε τεράστιες ευθύνες για την παραμονή του ΝΑΤΟϊκού στρατηγείου στο Γ’ ΣΣ που επιπλέον σημαίνει και τη διαμονή πολλών ΝΑΤΟϊκών στρατιωτικών στελεχών στις γειτονιές του Δήμου Θεσσαλονίκης ιδιαίτερα εδώ γύρω! Να κλείσει τώρα το ΝΑΤΟϊκό στρατηγείο, να ξεκουμπιστούν οι μακελάρηδες από την πόλη μας και να μεταφερθεί εκτός πόλης και το Γ’ ΣΣ και να αποδοθεί όλος αυτός ο χώρος στον λαό της Θεσσαλονίκης. Γιατί κύριοι της Διοίκησης, της αντιπολίτευσης ή και συμπολίτευσης κάποιοι οι εξελίξεις είναι άκρως επικίνδυνες και ραγδαίες. Καλά συζητάμε για την ανάπλαση της ΔΕΘ και την ανάγκη δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου και είναι γνωστή η αταλάντευτη και ολοκληρωμένη θέση μας από την αρχή, αλλά θεωρούμε ότι οι δυνάμεις που παραπέμπουν το ζήτημα της παραχώρησης του Γ’ ΣΣ και του συνεπαγόμενου κλεισίματος του ΝΑΤΟϊκού στρατηγείου στις καλένδες ενός μακρινού μέλλοντος και με τη λογική μιας πιο ρεαλιστικής δήθεν πρότασης έχουν τεράστιες ευθύνες, είναι τουλάχιστον αφελείς αν όχι επικίνδυνοι για τα πραγματικά λαϊκά συμφέροντα.
Κατά τ’ άλλα Για μας το πραγματικό ερώτημα δεν είναι γενικά «ανάπλαση ή μετεγκατάσταση» για τον χώρο της ΔΕΘ, αλλά τι πρέπει να γίνει για να βγουν πραγματικά κερδισμένοι οι εργαζόμενοι και η νεολαία.
Και αυτό το έχουμε απαντήσει ξεκάθαρα απορρίπτοντας από την εποχή του ΣΥΡΙΖΑ το προτεινόμενο σχέδιο ανάπλασης και με την ολοκληρωμένη θέση μας, η οποία συνοψίζεται στα εξής βασικά σημεία:
Να μετατραπεί ο χώρος της ΔΕΘ σε μητροπολιτικό πάρκο, με ταυτόχρονη δυνατότητα για αθλητικές και πολιτιστικές χρήσεις – δραστηριότητες.
Να διασφαλιστεί αυτό με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και κρατική χρηματοδότηση, που θα εξασφαλίσουν και το αναγκαίο προσωπικό για τη συντήρηση και αναβάθμιση του πάρκου.
Να ενταχθούν σε έναν ενιαίο σχεδιασμό, μαζί με τον χώρο της ΔΕΘ, ο χώρος του Γ Σώματος Στρατού μετά από μετεγκατάστασή του και κατάργηση του ΝΑΤΟικού Στρατηγείου, ο χώρος του πρώην 424 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου και της περιοχής του πρώην συνοικισμού της Αγίας Φωτεινής (που και αυτόν καλοβλέπουν επιχειρηματικά συμφέροντα) και να αξιοποιηθούν για επέκταση των χώρων πρασίνου, καθώς επίσης για εγκατάσταση και άλλων απαραίτητων υποδομών.
Αυτή η προοπτική αξιοποίησης του χώρου της ΔΕΘ προς όφελος των πραγματικών λαϊκών συμφερόντων, προϋποθέτει καταρχάς την οργανωμένη, αγωνιστική, μαζική διεκδίκηση μέσα από τους συλλογικούς φορείς του λαού μας.
Το έχουμε ξαναπεί ότι συμφωνούμε με το να εκφράζεται ο λαός της πόλης μας για μεγάλα ζητήματα που τον αφορούν και με δημοψηφίσματα αρκεί τα ερωτήματα που τίθενται ανταποκρίνονται σε δίκαια αιτήματα και όχι να παγιδεύουν τον λαό σε κάλπικα διλήμματα που οδηγούν είτε έτσι είτε αλλιώς σε νέα αδιέξοδα.
Χαιρετίζουμε τους χιλιάδες συνδημότες μας που απαιτούν την μετατροπή του χώρου της ΔΕΘ σε πραγματικό μητροπολιτικό πάρκο. Το συγκεκριμένο ερώτημα όμως που έχει τεθεί ως βάση για πρόταση δημοψηφίσματος από την ΟΕΔ τις παρατάξεις… είναι μια προσπάθεια να συμβιβαστεί ο σχεδιασμός του κεφαλαίου για αναβάθμιση της εκθεσιακής δραστηριότητας προς όφελος επιχειρηματικών ομίλων και τουριστικά τοπόσημα με ορισμένες αιχμές των δίκαιων λαϊκών αιτημάτων.
Τελικά καταλήγει να διευκολύνει τον πρώτο, σπέρνοντας αυταπάτες ότι υπάρχει τρόπος να λειτουργούν απερίσπαστα τα επιχειρηματικά συμφέροντα και ταυτόχρονα να διαμορφώνονται προϋποθέσεις για την ικανοποίηση των κοινωνικών – λαϊκών αναγκών, χωρίς σύγκρουση με αυτά.
Επίσης το ερώτημα του δημοψηφίσματος φέρνει σε πρώτο πλάνο και το ζήτημα της μετεγκατάστασης της ΔΕΘ σε νέες σύγχρονες εγκαταστάσεις εκτός πολεοδομικού συγκροτήματος με ταυτόχρονη συνέχιση της εκθεσιακής δραστηριότητας, στον υφιστάμενο χώρο. Είναι όμως υπαρκτό το ενδεχόμενο να ιεραρχηθεί η μετεγκατάσταση αντί για το μητροπολιτικό πάρκο και να χρηματοδοτηθεί με εκατοντάδες εκατομμύρια αφού δεν μπαίνει καθαρά για την όποια μετεγκατάσταση να πληρώσουν οι επιχειρηματικοί όμιλοι με
αύξηση της φορολογίας τους. Με αποτέλεσμα να μείνουν τα κουφάρια των πρώην εκθεσιακών περιπτέρων στη θέση τους μέχρι να βρεθεί το επόμενο «χρηματοδοτικό εργαλείο».
Τελικά το ερώτημα καταλήγει σε μια λογική “διπλής εκθεσιακής ανάπλασης” σε κέντρο και Σίνδο, δε διασφαλίζει την ιεράρχηση χρηματοδότησης του μητροπολιτικού πάρκου και τη λειτουργία του χωρίς ανταποδοτικότητα και εκτός ιδιοκτησίας Υπερταμείου, δε συμπεριλαμβάνει τους όμορους χώρους που είναι απαραίτητοι για μια ολοκληρωμένη
παρέμβαση προς όφελος του λαού και δεν καλύπτει το σύνολο των αναγκών εκτός από πράσινο, και σε υποδομές αθλητισμού και πολιτισμού και άλλες.
Είμαστε το μόνο Κόμμα που και στην τελευταία συνταγματική αναθεώρηση είχαμε προτείνει «διευρυμένες δυνατότητες διενέργειας δημοψηφισμάτων τονίζοντας ότι το αποτέλεσμά τους πρέπει να είναι δεσμευτικό». Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος που προτείνεται δεν θα είναι δεσμευτικό για την κυβέρνηση και για τα επιχειρηματικά συμφέροντα που προχωρούν τον σχεδιασμό της μετατροπής της ΔΕΘ σε σύγχρονο εκθεσιακό κέντρο με προοπτική και για εγκατάσταση άλλων επιχειρηματικών χρήσεων και δεν θα έχει αποτέλεσμα αν δεν συνδεθεί με μαζική διεκδίκηση – κινητοποίηση του λαού μας.
Ταυτόχρονα είναι καθαρό ότι απαιτείται σύγκρουση με την πολιτική που προωθεί και στο χώρο τα συμφέροντα των λίγων ιεραρχώντας παρεμβάσεις και αναπλάσεις με βάση επιχειρηματικούς σχεδιασμούς, με τη γη – εμπόρευμα, έτσι ώστε να μπουν στο επίκεντρο οι σύγχρονες κοινωνικές ανάγκες».



