Νέα δεδομένα στην πολύκροτη υπόθεση των υποκλοπών φέρνει στο φως το σκεπτικό της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, η οποία ρίχνει «φως» στην πραγματική έκταση της δράσης του λογισμικού Predator στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που προκύπτουν, η απόσταση ανάμεσα στις αρχικές καταγγελίες και την τελική δικαστική διαπίστωση είναι χαοτική.
Μόλις 5 παγιδεύσεις από τους 87 στόχους
Αν και το «μολυσμένο» SMS εστάλη σε συνολικά 87 άτομα, η δικαστική απόφαση ξεκαθαρίζει πως η παγίδευση δεν στέφθηκε με επιτυχία στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων. Συγκεκριμένα, μόνο πέντε άτομα πάτησαν τελικά τον επίμαχο σύνδεσμο (link) με αποτέλεσμα να μολυνθούν οι συσκευές τους.
Το πλέον αξιοσημείωτο στοιχείο, ωστόσο, αφορά την ταυτότητα αυτών των πέντε προσώπων. Όπως αναφέρεται στο σκεπτικό των δικαστών, ανάμεσα στους «μολυσμένους» δεν περιλαμβάνονται υπουργοί, αρχηγοί κομμάτων ή θεσμικοί παράγοντες όπως ο Αρχιεπίσκοπος. Πρόκειται για πρόσωπα λιγότερο «επιφανή», γεγονός που αποδυναμώνει το επιχείρημα περί πράξης κατασκοπείας που έθετε σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια.
Η κατάθεση Ανδρουλάκη: «Ήταν μόνο απόπειρα»
Κομβικό σημείο για την εξέλιξη της υπόθεσης αποτέλεσε η ίδια η κατάθεση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη. Παρά την πολιτική ένταση που προκλήθηκε τους προηγούμενους μήνες, ο κ. Ανδρουλάκης παραδέχθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ότι η περίπτωσή του αφορούσε αποκλειστικά απόπειρα.
«Δεν υπάρχει πιθανότητα να έχουν μπει στο κινητό;», φέρεται να ρώτησε τους ειδικούς του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, για να λάβει την απάντηση: «Έχει γίνει μόνο απόπειρα, διότι έπρεπε να πατήσεις το link». Ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι από τα τρία μηνύματα που έλαβε, τα δύο δεν τα άνοιξε καθόλου, ενώ στο τρίτο δεν πάτησε ποτέ τον σύνδεσμο.
Το συμπέρασμα της απόφασης
Η καταδίκη των τεσσάρων ιδιωτών από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο επισφραγίζει νομικά την υπόθεση, αλλά ταυτόχρονα επαναπροσδιορίζει το μέγεθός της. Εφόσον οι ελάχιστοι που παγιδεύτηκαν δεν είχαν στην κατοχή τους κρατικά μυστικά, η κατηγορία της κατασκοπείας φαίνεται να καταρρίπτεται στην πράξη.
Όπως χαρακτηριστικά σχολιάζεται, η υπόθεση φαίνεται να «ξεφουσκώνει» ως προς το σκέλος της εθνικής απειλής, αφήνοντας πίσω της κυρίως το ερώτημα της ιδιωτικής προστασίας των επικοινωνιών, αλλά όχι μια οργανωμένη επιχείρηση υποκλοπής κρατικών δεδομένων.



